Ενιαίο Ταμείο στα ΜΜΕ

blog εκπρόσωπου της ΕΣΠΗΤ στο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ

Το ασφαλιστικό και ο… κίνδυνος μακροβιότητας


[του Κώστα Ιωαννίδη, από τη Ναυτεμπορική]

Οι δημογραφικές προβλέψεις δείχνουν ότι σε σχεδόν 50 χρόνια, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας άνω των 60 ετών στις αναπτυγμένες χώρες θα έχει πρακτικά διπλασιασθεί από 20% σε 35% του συνολικού πληθυσμού.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 γίνεται πολύς λόγος για τον κίνδυνο που η γήρανση του πληθυσμού μπορεί να επιφέρει στα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα στα προγράμματα συντάξεων και υγείας.

Η μακροβιότητα ήταν πάντα μια από τις βαθύτερες επιθυμίες του ανθρώπου. Η πρόοδος της ιατρικής και η οικονομική ανάπτυξη παρέχουν την ελπίδα ότι η επιθυμία αυτή σύντομα θα εκπληρωθεί. Μερικοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα ο μέσος όρος διάρκειας της ανθρώπινης ζωής μπορεί να φθάσει ή και να ξεπεράσει τα 90 χρόνια.

Επίσης η εξέλιξη της οικονομίας μιας χώρας εξαρτάται από τη μακροβιότητα των κατοίκων της. Οι επιχειρήσεις που θα αναπτυχθούν, τα κτήρια που θα κατασκευασθούν και η έρευνα και ανάπτυξη που θα απαιτηθεί, όλα εξαρτώνται από τη δημογραφική σύνθεση του πληθυσμού. Το ίδιο ισχύει και για την παγκόσμια οικονομία. Οι διαφορές στη μακροβιότητα μεταξύ των διαφόρων χωρών αλληλεπιδρούν με τα επίπεδα πλούτου και διαμορφώνουν ένα θεμελιώδη προσδιοριστικό παράγοντα των οικονομικών τους σχέσεων.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 γίνεται πολύς λόγος για τον κίνδυνο που η γήρανση του πληθυσμού μπορεί να επιφέρει στα προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα στα προγράμματα συντάξεων και υγείας. Οι σχετικές στατιστικές είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε κατά μέσο όρο περίπου 3 μήνες το χρόνο, με σαφείς ενδείξεις επιτάχυνσης της βελτίωσής του.

Ειδικά το τμήμα του πληθυσμού που γεννήθηκε μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων – που είναι τώρα συνταξιούχοι – αναμένεται να επιβιώσει για σημαντικά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Έτσι ενώ το 1980 το προσδόκιμο ζωής ενός άνδρα ηλικίας 65 ετών ήταν 13 χρόνια, το 2000 το προσδόκιμο ζωής των ανδρών ηλικίας 65 ετών αυξήθηκε σε 16 χρόνια – μια αύξηση πάνω από 20%. Οι δημογραφικές προβλέψεις δείχνουν ότι σε σχεδόν 50 χρόνια, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας άνω των 60 ετών στις αναπτυγμένες χώρες θα έχει πρακτικά διπλασιασθεί από 20% σε 35% του συνολικού πληθυσμού.

Η αύξηση αναμένεται να είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή στον αναπτυσσόμενο κόσμο, από 8% σε 20%. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι το 2050 ο αριθμός των ατόμων ηλικίας άνω των 60 ετών στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας αναμένεται να φθάσει τα 438 εκατ. (με τα άνω των 80 ετών να ξεπερνούν τα 100 εκατ.), αριθμός που πλησιάζει στο σημερινό συνολικό πληθυσμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). (α)

Ένας άλλος δείκτης που συχνά αναφέρεται είναι το ποσοστό των συνταξιούχων ως προς τα άτομα εργάσιμης ηλικίας (οικονομικώς ενεργά). Στις αναπτυγμένες χώρες οι πρόσφατες προβλέψεις δείχνουν ότι το ποσοστό μετακινείται από το σημερινό επίπεδο των 4 ή 5 δυνητικά εργαζόμενων για κάθε συνταξιούχο στους μόλις 2 δυνητικούς εργαζόμενους για κάθε συνταξιούχο το 2050. Παρόμοια τάση εμφανίζεται και στη χώρα μας, όπου το 2050 σύμφωνα με την ΕΣΥΕ οι ηλικίες άνω των 65 ετών θα αντιστοιχούν στο 55,90% των παραγωγικών ηλικιών (15 – 64 έτη).

Συνέπειες από την αναστροφή

Η μείωση της γονιμότητας σε συνδυασμό με την αύξηση της μακροβιότητας έχουν προκαλέσει σε πολλές χώρες την αναστροφή των ηλικιακών κατανομών με αποτέλεσμα τη δυσχέρεια χρηματοδότησης των αναδιανεμητικών κρατικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, τόσο λόγω του περιορισμού της εισφοροδοτικής βάσης, όσο και λόγω της επιμήκυνσης της περιόδου καταβολής των συνταξιοδοτικών παροχών.

Έτσι η αυξανόμενη πίεση στις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας αναγκάζει τις κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν ριζικά την κοινωνική τους πολιτική. Αυτό είναι αναγκαίο για να αποφύγουν να επιβάλουν το κόστος μη γενικά αποδεκτών λύσεων στις μελλοντικές γενιές και να θέσουν σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα. Είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα, το οποίο επηρεάζει τη σχέση εργασίας – συνταξιοδότησης.

Επίσης προβληματισμό δημιουργεί η αβεβαιότητα για τις μελλοντικές τάσεις. Δεν είναι γνωστό αν υπάρχει ένα φυσιολογικό ανώτατο όριο μέχρι το οποίο η ιατρική μπορεί να επεκτείνει την ανθρώπινη ζωή, ούτε αν οι συνέπειες του σύγχρονου τρόπου ζωής, όπως π.χ. τα ανερχόμενα ποσοστά παχυσαρκίας θα μειώσουν την τάση για μακροβιότητα. Η παραδοσιακή προσέγγιση των υποθέσεων θνησιμότητας βασίζεται σε ιστορικά στοιχεία αλλά αυτό δεν είναι πλέον επαρκές. Ως εκ τούτου οι αναλογιστές σε συνεργασία με γιατρούς και δημογράφους, θα πρέπει να φροντίσουν για την κατασκευή μιας καλύτερης εικόνας των πιθανών μελλοντικών τάσεων.

Ο κίνδυνος μακροβιότητας (longevity risk) εμφανίζεται τόσο σε ατομικό όσο και σε συνολικό επίπεδο. Για το άτομο ο κίνδυνος συνίσταται στο να επιβιώσει περισσότερο από όσο του επιτρέπει ο συσσωρευμένος πλούτος του για να διατηρήσει το επίπεδο ζωής που απολαμβάνει. Εργαλεία για τη διαχείριση του ατομικού κινδύνου μακροβιότητας έχουν αναπτυχθεί από καιρό. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται τα κρατικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, τα προγράμματα καθορισμένων παροχών που παρέχονται από τις επιχειρήσεις μέσω των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων και οι ισόβιες πρόσοδοι που παρέχονται από τις ασφαλιστικές εταιρείες.

Σε συνολικό επίπεδο ο κίνδυνος μακροβιότητας συνίσταται στην επιβίωση μεγαλύτερου κατά μέσο όρο αριθμού ατόμων από αυτόν που προβλέπουν οι αναλογιστικοί πίνακες. Οι δημογραφικές αλλαγές μπορεί να προκαλέσουν συστημικές αποκλίσεις στον αριθμό των θανάτων από τον αναμενόμενο, με αποτέλεσμα ο συνολικός κίνδυνος μακροβιότητας να μην μπορεί να διαφοροποιηθεί μεταξύ των ατόμων μιας δεδομένης πληθυσμιακής ομάδας, διότι τους επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο.

Αν δεν υπήρχε το πρόβλημα του συνολικού κινδύνου μακροβιότητας, ο Νόμος των Μεγάλων Αριθμών θα αρκούσε για να κάνει τον κίνδυνο μακροβιότητας διαχειρίσιμο από τα συνταξιοδοτικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Η συνολική μορφή του προβλήματος εντούτοις έχει κάνει την παροχή εργαλείων διαχείρισης κινδύνου ένα δύσκολο έργο και δημιούργησε την ανάγκη πιο εξειδικευμένων αντισταθμιστικών μηχανισμών.

Επίσης τα χαμηλά επιτόκια και οι χαμηλές αποδόσεις των χρεογράφων έχουν κάνει τη μακροβιότητα σχετικά πιο σημαντική για τα συνταξιοδοτικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, γιατί δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στις υψηλές επενδυτικές αποδόσεις για την αντιστάθμιση των σφαλμάτων στην εκτίμηση της μελλοντικής μακροβιότητας από την πραγματική. Π.χ. για τα άτομα που συνταξιοδοτούνται στην ηλικία των 60 ετών, η διαφορά μεταξύ του να ζήσουν μέχρι τα 80 ή μέχρι τα 90 είναι τεράστια. Στην τελευταία περίπτωση τα συνταξιοδοτικά ταμεία θα πρέπει να καταβάλουν παροχές κατά 50% μεγαλύτερες.

Η αδυναμία των εταιρειών να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο μακροβιότητας στα συνταξιοδοτικά προγράμματά τους καθορισμένων παροχών, τις αναγκάζει να αυξήσουν τα αποθέματά τους έναντι των μελλοντικών υποχρεώσεων τους και να περιορίσουν τα κέρδη που διανέμουν στους μετόχους, γεγονός που επηρεάζει τις εταιρικές συγχωνεύσεις και εξαγορές. Οι θεσμικοί επενδυτές, προκειμένου να προβούν στην αγορά μιας εταιρείας, τώρα πλέον διερευνούν τον κίνδυνο μακροβιότητας τον ενσωματωμένο στα προγράμματα καθορισμένων παροχών της εταιρείας καθώς και τα πιθανά ελλείμματα των προγραμμάτων αυτών.(β)

Κεφαλαιαγορά – ομόλογα

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω η έκθεση στον κίνδυνο μακροβιότητας έχει εξελιχθεί σε ένα σοβαρό πρόβλημα. Μέχρι πρόσφατα υπήρχαν λίγα μέσα για τη διαχείριση του κινδύνου αυτού. Η κατάσταση μεταβλήθηκε με τη συνειδητοποίηση ότι οι κεφαλαιαγορές μπορούν να προσφέρουν τρόπους για την αντιστάθμισή του.

Έτσι κατασκευάσθηκαν ειδικά χρηματοοικονομικά εργαλεία, στα οποία οι αποδόσεις εξαρτώνται από την εξέλιξη ενός επιλεγμένου δείκτη συνδεδεμένου με τη θνησιμότητα κάποιου πληθυσμού αναφοράς και τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αντιστάθμιση του κινδύνου μακροβιότητας.

Τα πιο σημαντικά εργαλεία της κατηγορίας αυτής είναι τα ομόλογα θνησιμότητας (mortality bonds) και τα ομόλογα μακροβιότητας (longevity bonds).

Στα ομόλογα θνησιμότητας (mortality bonds) οι επενδυτές φέρουν τον κίνδυνο της απώλειας των αναμενόμενων αποδόσεων και ίσως και ενός μέρους του κεφαλαίου τους αν συμβούν ακραία γεγονότα θνησιμότητας, ενώ

στα ομόλογα μακροβιότητας (longevity bonds) η απόδοση είναι συνδεδεμένη με την εξέλιξη της θνησιμότητας μιας προκαθορισμένης ομάδας πληθυσμού μέσω ενός επιλεγμένου δείκτη θνησιμότητας.

Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών ομολόγων καθορίζεται από το χρονικό ορίζοντα και το σκοπό τους. Τα ομόλογα θνησιμότητας αντιστοιχούν σε βραχυπρόθεσμη προοπτική (μερικά χρόνια) και προστατεύουν τον κάτοχο έναντι καταστροφικών γεγονότων θνησιμότητας, όπως μια πανδημία. Αντίθετα τα ομόλογα μακροβιότητας αποτελούν ένα μακροπρόθεσμο μηχανισμό που αντανακλά τις αποκλίσεις στη θνησιμότητα χρόνο με το χρόνο στους λογαριασμούς του κατόχου.

Ομόλογα θνησιμότητας: Το πρώτο ομόλογο με χρηματικές ροές συνδεδεμένες με την πραγματοποίηση ενός σύνθετου δείκτη θνησιμότητας ήταν το ομόλογο (Vita Capital) της Swiss Re, που εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 2003. Σχεδιάσθηκε για την κάλυψη της εταιρείας από την πραγματοποίηση ενός ακραίου γεγονότος θνησιμότητας, όπως μια πανδημία ή μια πυρηνική επίθεση.

Το ομόλογο έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τα ομόλογα «καταστροφής» (catastrophe bonds ή cat bonds) που έχουν εκδοθεί από ασφαλιστικές εταιρείες ζημιών για την αντιστάθμιση καταστροφικών κινδύνων (σεισμών, τυφώνων ή άλλων φυσικών καταστροφών). Έτσι αν η θνησιμότητα υπερβεί ένα προκαθορισμένο επίπεδο – υψηλότερο από τη συνήθη θνησιμότητα – το ποσό του κεφαλαίου που η Swiss Re πρέπει να καταβάλει στους ομολογιούχους μειώνεται κλιμακωτά στο μηδέν. Ο δείκτης θνησιμότητας της Swiss Re βασίζεται σε στοιχεία θνησιμότητας από πέντε χώρες.

Η έκδοση του ομολόγου είχε μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα την έκδοση νέων ομολόγων τον Απρίλιο 2005 (Vita Capita, II) και τον Ιανουάριο 2007 (Vita Capital III). Παρόμοια ομόλογα έχουν εκδώσει ο γαλλικός ασφαλιστικός όμιλος ΑΧΑ το 2006 και η γερμανική αντασφαλιστική εταιρεία Munich Re. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Marsh & McLennan σήμερα κυκλοφορούν ομόλογα θνησιμότητας αξίας 1,5 δισ. δολαρίων. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ενδιαφέρον για τα ομόλογα αυτά έχει αναζωπυρωθεί τους τελευταίους μήνες λόγω της εμφάνισης του νέου ιού της γρίπης Η1Ν1.

Άλλα χρηματοοικονομικά ιδρύματα – συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλοι φορείς παροχής προσόδων – αντιμετωπίζουν κινδύνους που είναι στην πραγματικότητα οι αντίθετοι από εκείνους στους οποίους είναι εκτεθειμένες οι ασφαλιστικές εταιρείες. Ενώ οι ασφαλιστικές εταιρείες ενδιαφέρονται για τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας, τα ιδρύματα αυτά αναγνωρίζουν ότι θα αντιμετωπίσουν οικονομικές δυσχέρειες αν τα άτομα επιβιώσουν περισσότερο από το αναμενόμενο. Αυτοί οι οργανισμοί απαιτούν εργαλεία κεφαλαιαγοράς που να είναι συνδεδεμένα με τη μακροβιότητα – μ’ άλλα λόγια εργαλεία που να καταβάλουν μεγαλύτερα ποσά όσο τα άτομα επιβιώνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Ομόλογα μακροβιότητας: Θεωρούνται τα απλούστερα χρηματοοικονομικά εργαλεία τα συνδεδεμένα με τη μακροβιότητα. Ο επενδυτής ενός ομολόγου μακροβιότητας αρχικά καταβάλει την τιμή έκδοσης και κατόπιν λαμβάνει ως απόδοση ένα ετήσιο ποσό που εξαρτάται από τη θνησιμότητα.

Ενώ ένα παραδοσιακό ή «κανονικό» ομόλογο καταβάλει μέσω του ετήσιου κουπονιού ένα σταθερό ποσό και το κεφάλαιο αποπληρώνεται στη λήξη, στο ομόλογο μακροβιότητας η απόδοση του είναι μια σειρά «κουπονιών κυμαινόμενου ποσοστού», η οποία αποτελείται από το κεφάλαιο πλέον τον τόκο, κατανεμημένη στη διάρκεια ισχύος του ομολόγου. Το κουπόνι είναι συνδεδεμένο με έναν κατάλληλο δείκτη θνησιμότητας.

Π.χ. για ένα ομόλογο έκδοσης του 2007, το κουπόνι που θα πληρωθεί το 2027 θα είναι ανάλογο με το κλάσμα των 65-χρονων του αρχικού πληθυσμού του 2007 που έφθασαν το 2027 στην ηλικία των 85 χρόνων. Ο δείκτης θνησιμότητας που επιλέγεται για την αξιολόγηση της θνησιμότητας της ομάδας συχνά βασίζεται είτε στον εθνικό πληθυσμό ή σ’ ένα συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο.

Εντούτοις υπάρχει ο κίνδυνος ο δείκτης αυτός να μην αποτυπώνει με ακρίβεια τις αληθινές υποχρεώσεις. Επιπρόσθετα τα ομόλογα δεν είναι μοχλευμένα και έτσι μπορεί να μην εμφανίζονται πολύ ελκυστικά στους επενδυτές. Γενικά τα ομόλογα μακροβιότητας μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν μια αποτελεσματική αντιστάθμιση για ένα χαρτοφυλάκιο προσόδων καταβλητέων σε άτομα μιας συγκεκριμένης ηλικίας καθώς το κουπόνι του ομολόγου είναι ευθέως ανάλογο με το ποσό που η ασφαλιστική εταιρεία θα καταβάλει στους προσοδούχους που αγόρασαν ασφαλιστήρια.

Δείκτης επιβίωσης

Το ομόλογο της EIB/BNP Paribas ήταν το πρώτο παράδειγμα ενός ομολόγου μακροβιότητας (ή επιβίωσης). Το ομόλογο αυτό διάρκειας 25 χρόνων παρείχε κουπόνια συνδεδεμένα με τη θνησιμότητα μέσω ενός δείκτη επιβίωσης του ONS (Office of National Statistics) για τον άρρενα πληθυσμό της Αγγλίας και της Ουαλίας ηλικίας 65 χρόνων το 2003. Δυστυχώς λόγω των καινοτομιών που περιείχε το ομόλογο και της απουσίας κατάλληλης αγοράς με επαρκή ρευστότητα την εποχή εκείνη η εισαγωγή του στην αγορά δεν είχε επιτυχία.

Εντούτοις από το 2004 ο κίνδυνος μακροβιότητας έχει λάβει σημαντική προβολή από τον τύπο και το ενδιαφέρον για την τιτλοποίηση του μέσω ομολόγων μακροβιότητας είναι πάλι υψηλό. Στο τέλος του 2005 η Credit Suisse First Boston CSFB ανακοίνωσε την κυκλοφορία του Credit Suisse Longevity Index, του πρώτου δείκτη σχεδιασμένου αποκλειστικά για την κατασκευή και διαπραγμάτευση των εργαλείων μεταφοράς του κινδύνου μακροβιότητας. Πιο πρόσφατα η JP Morgan πρότεινε τον LifeMetrics Index για να εγκαινιάσει την «ανάπτυξη μιας ρευστής αγοράς διαπραγμάτευσης της θνησιμότητας και της μακροβιότητας».

Σε συνέχεια των παραπάνω σύντομα προτάθηκαν και παράγωγα μακροβιότητας, όπως options, futures, forwards και swaps μακροβιότητας. Τα παράγωγα μακροβιότητας έχουν το πλεονέκτημα ότι επιτρέπουν στους επενδυτές να λαμβάνουν μοχλευμένες θέσεις, οι οποίες αν χρησιμοποιηθούν με σύνεση μπορούν να επιτρέψουν τη χρήση των κεφαλαίων τους για αποτελεσματική αντιστάθμιση καθώς και για κερδοσκοπία. Συνδυασμοί παραγώγων επιτρέπουν την ικανοποίηση πιο απαιτητικών αναγκών των επενδυτών και έτσι προσφέρουν δυνητικά μεγαλύτερες ευκαιρίες αντιστάθμισης και διαπραγμάτευσης απ’ ό,τι τα τυπικά ομόλογα μακροβιότητας.

Ένα ειδικό μειονέκτημα των παραγώγων μακροβιότητας είναι ότι σημαντικό μέρος της υποκείμενης μαθηματικής θεωρίας που απαιτείται για την αξιολόγηση τους δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί. Π.χ. το μοντέλο Black-Scholes τιμολόγησης των options βασίζεται σε υποθέσεις που δεν είναι εφαρμόσιμες στο πεδίο της μακροβιότητας. Έτσι μέχρις ότου η σχετική θεωρία αποκτήσει ικανοποιητική τυποποίηση, η τιμολόγηση των παραγώγων μακροβιότητας θα βρίσκεται σε μια κατάσταση σημαντικής αβεβαιότητας.

Παρατηρήσεις

39a Τα παράγωγα μακροβιότητας έχουν το πλεονέκτημα ότι επιτρέπουν στους επενδυτές να λαμβάνουν μοχλευμένες θέσεις, οι οποίες αν χρησιμοποιηθούν με σύνεση μπορούν να επιτρέψουν τη χρήση των κεφαλαίων για αποτελεσματική αντιστάθμιση καθώς και για κερδοσκοπία.

Είναι φανερό ότι ο κίνδυνος μακροβιότητας δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Οι ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, οι φαρμακευτικές εταιρείες, οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών σε ηλικιωμένους και οι επενδυτές σε ακίνητα για συνταξιούχους, αναμένεται να ωφεληθούν από την αυξημένη μακροβιότητα, ενώ τα συνταξιοδοτικά προγράμματα καθορισμένων παροχών και ο φορείς παροχής προσόδων θα καταγράψουν απώλειες.

Τα λιγότερο εύπορα άτομα επίσης κινδυνεύουν από τη μακροβιότητα περισσότερο από εκείνα, για τα οποία το να ζήσουν περισσότερο σημαίνει απλώς να αφήσουν μικρότερη κληρονομιά στα παιδιά τους. Επίσης οι χώρες με υψηλά ποσοστά γεννήσεων είναι λιγότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο μακροβιότητας από τις χώρες με χαμηλά ποσοστά γεννήσεων.

Στις περισσότερες αναπτυγμένες οικονομίες κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών έχουν συσσωρευτεί πολύ μεγάλες υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη μακροβιότητα. Κατά συνέπεια υπάρχει ένα τεράστιο δυναμικό ζήτησης για αντιστάθμιση του κινδύνου αυτού.

Στη θεωρία οι προοπτικές φαίνονται πολύ ευνοϊκές, διότι ο κίνδυνος μακροβιότητας έχει χαμηλή συσχέτιση με τους πιο συμβατικούς παράγοντες κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος μακροβιότητας έχει πολύ χαμηλό beta, στοιχείο που τον κάνει πολύ ελκυστικό για τη διαφοροποίηση των υπαρχόντων επενδυτικών χαρτοφυλακίων και ως εκ τούτου αναμένεται να προκαλέσει το ενδιαφέρον των περισσότερων επενδυτών καθώς παρέχει τη δυνατότητα βελτίωσης των συνδεδεμένων με τον κίνδυνο αποτελεσμάτων τους.

Επίσης λόγω του μεγέθους της η παγκόσμια αγορά μακροβιότητας μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική κλάση στοιχείων ενεργητικού ακόμα και για τα μεγαλύτερα ιδρύματα. Εντούτοις ο κίνδυνος μακροβιότητας θα εξακολουθεί να διαφέρει από τις παραδοσιακές κλάσεις ενεργητικών και ως εκ τούτου αναμένεται να υπάρξει ένας βαθμός αδράνειας και σκεπτικισμού που θα πρέπει να ξεπερασθεί πριν από την ανάπτυξη μιας σημαντικής αγοράς μεταφοράς του κινδύνου μακροβιότητας.

Τέλος πρέπει να σημειωθεί ότι τα ομόλογα μακροβιότητας δεν αποτελούν τη λύση για όλα τα λάθη του παρελθόντος, όπως οι χαμηλές αποδόσεις, η κακή διαχείριση των κινδύνων κλπ, που προκάλεσαν την κρίση στα συνταξιοδοτικά συστήματα, αλλά η χρησιμότητά τους ως εργαλεία διαχείρισης κινδύνου είναι αναμφισβήτητη.

Στη χώρα μας η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το ασφαλιστικό σύστημα, όπως επισημαίνεται κατά καιρούς σε σχετικές μελέτες και άρθρα. Εντούτοις η απουσία πολιτικής διαχείρισης κινδύνων στο χώρο της κοινωνικής ασφάλισης δεν έχει επιτρέψει να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του κινδύνου και να επιδιωχθεί η λήψη των κατάλληλων μέτρων.

Η ανεπάρκεια αυτή με δεδομένη τη συστημική φύση του κινδύνου μακροβιότητας μπορεί να οδηγήσει τα ελλείμματα των Ταμείων σε υψηλά και ενδεχομένως μη διαχειρίσιμα επίπεδα με δυσμενείς επιπτώσεις στους ασφαλισμένους και στο ασφαλιστικό σύστημα γενικότερα (πάγωμα /μείωση των συντάξεων και υποβάθμιση των παρεχομένων υπηρεσιών).

ΚΩΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, μαθηματικός, στατιστικολόγος και αναλογιστής. Εργάζεται ως Σύμβουλος Διοίκησης στην ΑΤΕbank.

Υποσημειώσεις

(α) Στοιχεία του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών, που εδρεύει στις ΗΠΑ.

(β) Αυτός ήταν ένας από τους λόγους της μεταφοράς των υποχρεώσεων των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων των κρατικών τραπεζών και των ΔΕΚΟ, με τους τελευταίους ασφαλιστικούς νόμους, στο ΙΚΑ

ΠΗΓΕΣ

1. Antolin, P. & Blommestein, H. : «Governments and the market for longevity – indexed bonds» , OECD, January 2007

2. Antolin, P. : «Longevity risk and private pensions», OECD January 2007

3. Blake, D, Cairns, A.J.G. & Dowd, K. : «Living with mortality : Longevity bonds and other mortality – linked securities», Faculty of Actuaries, January 16th, 2006

4. Brown, J.R. & Orszag, P.R. : «The political economy of Government issued longevity bonds», 2nd International Longevity Risk and Capital Market Solutions Conference, April 2006

5. Cairns, A, Blake, D. Dawson, P. & Dowd, K. : «Pricing risk on longevity bonds», Life & Pensions, October 2005

6. Gonzalez-Paramo, J.M. : «The impact of ageing on financial markets», European Central Bank, December 1st, 2006

7. Hudson, R. : «Longevity Risk : A new global market?» Journal of Risk Management in Financial Institutions, Vol. 1 (2007)

8. Visco, I. : «Longevity risk and financial markets», Banca d’ Italia, October 2006

[1731644]

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: