Ενιαίο Ταμείο στα ΜΜΕ

blog εκπρόσωπου της ΕΣΠΗΤ στο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ

Η Οδύσσεια της διαδοχικής ασφάλισης


[του Π. Κυριακουλάκου (14.11.2009) από ΤΟ ΒΗΜΑ] Χαρακτηριστικό της κοινωνικοασφαλιστικής κακοδαιμονίας στη χώρα μας το γεγονός ότι κάθε νέα κυβέρνηση θεωρεί σχεδόν καθήκον της τη θέσπιση νόμου για τη «διαδοχική ασφάλιση», ο οποίος θα αναιρεί, συμπληρώνει, τροποποιεί τις προ αυτού ισχύουσες διατάξεις. Η προηγούμενη μόλις δεν πρόλαβε να τον ψηφίσει, η δε καινούργια ήδη ανακοίνωσε την απόλυτη προτεραιότητά του.
Πού όμως βρίσκεται η δυσκολία μιας ολοκληρωμένης ρύθμισης διαχρονικής ισχύος;

Η απορία δε γίνεται εντονότερη, αφού μια ορθή επίλυση του προβλήματος είναι απλώς μια οργανωτική επιλογή.

Δυστυχώς η απλουστευτική αυτή θεώρηση δεν είναι ακριβής. Η διαδοχική ασφάλιση έχει να αντιπαλέψει ένα πολυάριθμο αλλά και (κυρίως) πολύμορφο νομοθετικό καθεστώς που εκφράζεται με:

Διαφορά στις εισφορές, διαφορά στον τρόπο υπολογισμού της παροχής, διαφορά στην ηλικία συνταξιοδότησης.

Αλλού ελέγχεται ολόκληρος ο ασφαλιστικός βίος, αλλού ορίζεται ως κρίσιμη η τελευταία πενταετία, αλλού ο τελευταίος μισθός. Επιπλέον, η ποικιλία στη φύση της δο μής των επαγγελματικών ομάδων, που διαφοροποιούν σημαντικά την αναλογιστική θεμελίωση του οργανισμού της (ελεύθεροι επαγγελματίες- μισθωτοί, ιδιωτικός- δημόσιος τομέας), διαμορφώνει τη δική της ιδιαιτερότητα.

Είναι κατά ταύτα φυσικό κάθε απόπειρα αθροιστικής αντιμετώπισης να βρίσκει εμπόδια που μόνο μια αυθαίρετη επιλογή μπορεί να τα αντιμετωπίσει κατά τον, θεωρούμενο εκάστοτε, καλύτερο τρόπο.

Εξ ου και η συνεχής αυτοαναίρεσή της.

Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι κατά τα τελευταία 20 χρόνια γίνονται σοβαρές τομές στη διαμόρφωση του πλαισίου εντός του οποίου διακινείται και η διαδοχική ασφάλιση. Ετσι όλο και περισσότεροι νόμοι αποκτούν διαταμειακό χαρακτήρα, συνεχής δε είναι και η ομαδοποίηση των οργανισμών.

Οι βελτιώσεις όμως αυτές δεν είναι αρκετές να εξαλείψουν τα προβλήματά της, τα οποία σχηματικά και επιλεκτικά μπορούν να συνοψισθούν: α) στην ανάγκη διαμόρφωσης ορθής διαδικασίας καθορισμού της παροχής και β) στην αποτροπή της καθυστέρησης που παρατηρείται κατά την απονομή της. Με δεδομένο ότι ο συνυπολογισμός όλων των ασφαλιστικών χρόνων για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και η δυναμική προσαύξηση του υπολογισμού της συντάξεως είναι πλέον καθεστώς, τότε η βελτιωτική εξαγγελία δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι οι νέες διατάξεις θα αυξήσουν έτι περαιτέρω το ποσό της παροχής (σύνταξης). Και εδώ έγκειται ο προβληματισμός. Αν η νέα ρύθμιση έχει λάβει υπόψη της όλες τις συνιστώσες των επιμέρους φορέων και αποκαθιστά τις αδικίες των προηγουμένων ρυθμίσεων (απώλεια δικαιωμάτων) είναι επαινετή. Αν όμως η βελτίωση της παροχής ευεργετεί μία μόνο ασφαλιστική ομάδα ή αν προέρχεται από καθαρή (ή και «κατασκευασθείσα») σύμπτωση (απονέμων φορέας) τότε ο χαρακτηρισμός «ωφέλεια» είναι εκτεθειμένος σε ευρεία κριτική.

Η καθυστέρηση που παρατηρείται στην απονομή της σύνταξης, όταν υφίσταται διαδοχική ασφάλιση, λόγω της αναγκαστικής συγκεντρώσεως στοιχείων από διάφορους οργανισμούς, είναι πραγματικά απαράδεκτη. Το γεγονός δε ότι συμπίπτει με τη διακοπή της πηγής του εισοδήματος (εργασία), δικαίως προκαλεί την αγανάκτηση των ασφαλισμένων. Αν δεν μακροημερεύσεις, μπορεί ακόμη και να μην προλάβεις την απόλαυση της ουσιαστικής συνταξιοδότησής σου (υπερβολή αλλά όχι εντελώς ανακρίβεια, μεγαλύτερη πιθανότητα δε αν μεσολαβήσουν ενστάσεις και ενδεχόμενες αντιδικίες).

Και εδώ τίθεται το μεγάλο ερώτημα: Αφού η κειμένη νομοθεσία έχει δώσει λύση στο πρόβλημα, γιατί αυτό εξακολουθεί να υπάρχει; Πώς ενώ όλοι τη γνωρίζουν, όλοι την επικαλούνται, κανένας αρμόδιος δεν επιμελείται για την εφαρμογής της, κανένας αρμόδιος δεν ελέγχεται για την παράλειψη; Είναι σαν να μην υπάρχει, μια αόρατη πραγματικότητα.

Συγκεκριμένα οι ισχύουσες από δεκαετίας διατάξεις ορίζουν ότι κάθε οργανισμός οφείλει να δίδει βεβαίωση (υποκείμενη και σε δικαστικό έλεγχο) περί του χρόνου ασφαλίσεως αν του ζητηθεί από τον ενδιαφερόμενο κατά την τελευταία προ της εικαζομένης συνταξιοδότησης πενταετία.

Ειδικά δε για τις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης επιβάλλουν (από 5ετίας) και αυτεπάγγελτη σχετική ενέργεια από τον φορέα από τον οποίον αποχωρεί ο ασφαλισμένος για να υπαχθεί σε έτερον (η βεβαίωση εξωραΐστηκε μάλιστα σε δελτίο διαδοχικής ασφάλισης).

Είναι σαφές ότι η τήρηση της νομοθετικής αυτής επιταγής εξαλείφει απολύτως την αιτία καθυστέρησης στην απονομή της συντάξεως, αφού τα στοιχεία όλων των οργανισμών θα υπάρχουν συγκεντρωμένα κατά τον χρόνο που αιτείται η παροχή.

Επισημαίνω ότι καμία άλλη ρύθμιση δεν μπορεί (ούτε χρειάζεται) να αντιμετωπίσει τόσο αποτελεσματικά το συγκεκριμένο πρόβλημα. Μάλιστα, αν συνδυασθεί και με τη μηχανοργάνωση των φορέων, που θα αυξήσει την παραγωγικότητα των υπηρεσιών τους, τότε η έννοια καθυστέρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση θα γίνει απώτερον παρελθόν.

Και η καταληκτική απορία: Τόσο δύσκολο είναι στη χώρα μας η τήρηση των κειμένων νόμων; Και αν ναι, τότε γιατί η ταλαιπωρία της συνεχούς μεταβολής τους;

Ο κ. Π. Κυριακουλάκος είναι δρ Νομικής, δικηγόρος.

Advertisements

Written by gr.mme.observer

14 Νοεμβρίου 2009 στις 7:41 μμ

Αρέσει σε %d bloggers: