Ενιαίο Ταμείο στα ΜΜΕ

blog εκπρόσωπου της ΕΣΠΗΤ στο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ

Πλάτων Τήνιος: Το τέλος του εφησυχασμού για το ασφαλιστικό


[από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ] Tον Απρίλιο του 2009, δόθηκε στη δημοσιότητα πόρισμα άτυπης ομάδας επτά ειδικών για τον Δημόσιο Τομέα. Η ομάδα αξιολόγησε, κατόπιν ψηφοφορίας, 26 μεταρρυθμίσεις ως προς τον βαθμό του επείγοντος και εφικτού. Η «Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση με κοινωνική ευαισθησία» ήταν μία από τις μεταρρυθμίσεις που αξιολογήθηκαν. Η γενική σειρά κατάταξής της, όμως, ήταν μόλις 25η. Η μόνη άλλη μεταρρύθμιση που αξιολογήθηκε ως λιγότερο «επείγουσα και εφικτή» ήταν η «Ανακύκλωση απορριμμάτων».

Η ιστορία αυτή συμπυκνώνει την «κρατούσα άποψη» για το ασφαλιστικό την οποία παγίως συμμερίζεται το πολιτικό σύστημα: Το ασφαλιστικό είναι ένα διαχρονικό πρόβλημα, η επίλυση του οποίου –ό, τι και να σημαίνει αυτό– θεωρείται στην πράξη ανέφικτη. Παράλληλα, η διαιώνιση και η αέναη παραπομπή του στο μέλλον, δεν αξιολογούνται ως ιδιαίτερα σημαντικά θέματα. Αρκεί (φαίνεται) η θεσμοθέτηση επιμέρους διορθωτικών αλλαγών από καιρού εις καιρόν για να αντιμετωπιστούν οι πλέον πιεστικές πηγές προβλημάτων. Πιο ουσιαστικές («δομικές») αλλαγές πιθανόν να ανακινήσουν περισσότερα βραχυχρόνια προβλήματα απ’ όσα θα λύσουν. Για τον σκοπό αυτόν είναι καλύτερο να αναβάλλεται η όποια ουσιαστική συζήτηση.

Η στάση αυτή τις τελευταίες ημέρες φαίνεται να αναθεωρείται. Ο αρμόδιος υπουργός, εξάλλου, είπε ότι η «ωρολογιακή βόμβα» του Τ. Ρουμελιώτη (1988), ήταν, τελικά, νάρκη, την οποία, μάλιστα, «πατήσαμε». Για να κατανοήσουμε τι γίνεται, πρέπει να αντιληφθούμε τόσο την διαχρονική αναβλητικότητα όσο και την ξαφνική αφύπνιση.

Η πορεία των τελευταίων δεκαετιών επιβεβαιώνει την ρήση που αποδίδεται σε εκλιπόντα Ευρωπαίο πολιτικό: «Δεν υπάρχει πρόβλημα του οποίου η μη λύση να μην αποτελεί, με τη σειρά της, μια λύση». Tο κυρίαρχο χαρακτηριστικό της συζήτησης για το ασφαλιστικό είναι η αναβολή αποφάσεων. Διαπιστώσεις γραμμένες πριν από δεκαετίες παραμένουν οδυνηρά επίκαιρες σήμερα.

Η αναβλητικότητα αυτή θεμελιώνεται στη διαπίστωση των Αμερικανών ότι: «Αν κάτι λειτουργεί, γιατί να το φτιάξεις;». Οι πηχυαίοι τίτλοι που επαναλαμβάνονται επί 25ετία ότι «Τα Ταμεία Βουλιάζουν» δεν έχουν εισέτι επιβεβαιωθεί. Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση προτείνεται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από εξωτερικούς παράγοντες –την Ευρωπαϊκή Ενωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο– και αντιμετωπίζεται ως υποχρέωση προς τρίτους, ένα αναγκαίο κακό που θα θίξει όλους και δεν θα βοηθήσει κανέναν. Η εκτίμηση αυτή οδηγεί σε μιαν αέναη ασφαλιστική μεταρρύθμιση που είναι η άλλη όψη του νομίσματος της ασφαλιστικής αναβλητικότητας: μια μεταρρύθμιση κατανεμημένη σε δόσεις που δεν τελειώνουν ποτέ.

Η αναβλητικότητα περί την ασφάλιση συνοδεύεται και από ένα άλλο κυρίαρχο χαρακτηριστικό: Η κρίση του ασφαλιστικού δεν φαίνεται να επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό άλλους τομείς πολιτικής. Το ασφαλιστικό σύστημα εμφανίζεται να έχει απομονωθεί από την υπόλοιπη οικονομία, με τρόπο ώστε η συνεχιζόμενη εσωτερική του κρίση να μην επεκτείνεται σε άλλους τομείς, στους οποίους αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς εμφανή επίδραση από τις ασφαλιστικές ανισορροπίες. Η ωρολογιακή βόμβα του ασφαλιστικού, αν και δεν έχει εξουδετερωθεί με τη λύση του προβλήματος, φαίνεται να έχει απομονωθεί, με την –φαινομενική τουλάχιστον– στεγανοποίησή του. Συνεπώς, αρκεί η διαχείριση των πλέον επειγόντων προβλημάτων καθώς αυτά εμφανίζονται. Αφού συνδυάζεται και με στάση απέναντι στα μακροχρόνια προβλήματα που δεν ανατρέπει βραχυχρόνιες ισορροπίες, τότε δεν ενοχλεί.

Το ασφαλιστικό, λοιπόν, έχει οικοδομηθεί σε υπόβαθρο αναβλητικότητας. Η επικοινωνιακή διαχείρισή του είναι προσανατολισμένη στον μετριασμό αντιδράσεων. Οι πιο μακροχρόνιες επιπτώσεις μπορούν είτε να αγνοηθούν είτε, τουλάχιστον, χωρίς πρόβλημα να παραπεμφθούν στο μέλλον.

Οι σημερινές συνθήκες θυμίζουν την περίοδο του 1989. Τότε, τα δημοσιονομικά αδιέξοδα (και η εξωτερική πίεση) υποχρέωσαν την κυβέρνηση Μητσοτάκη να δράσει στον χώρο της ασφάλισης αφού εκεί μπορούσε να γίνει η σημαντικότερη παρέμβαση από την πλευρά των δαπανών. Οι δύο νόμοι της περιόδου (1902/90 και 2084/92) εξαγγέλθηκαν ως η «πρώτη δόση» μιας μεταρρύθμισης της οποίας η δεύτερη ακόμη αναζητείται.

Είχαμε από τότε τουλάχιστον δύο νομοθετικές πρωτοβουλίες που αυτοχαρακτηρίστηκαν «μακροπρόθεσμες λύσεις» (Νόμος Ρέππα 2002, Νόμος Πετραλιά 2008). Αν και πολλοί αξιοποιούν την άποψη της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων «Αν δεν ξέρεις πού θέλεις να πας, δεν μπορείς και να χαθείς», αξίζει τον κόπο να σκεφτούμε τι θα περιέχει μια ουσιαστική μεταρρύθμιση που δεν είχαν οι παρεμβάσεις αυτές.

Το επίθετο «ουσιαστική» προσδιορίζει αλλαγές με δύο χαρακτηριστικά:

1. Επιτρέπουν στον ασφαλισμένο πληθυσμό να προβαίνει σε μακροχρόνια σχέδια για την αποταμίευση και την εργασιακή του πορεία με ηρεμία και χωρίς τον κίνδυνο αιφνιδιαστικών ανατροπών και ξαφνικών κυμάτων πανικού για το ασφαλιστικό.

2. Την αφαίρεση της κοινωνικής ασφάλισης από ενεργό θέμα γενικού κοινωνικού προβληματισμού και κοινωνικής έντασης.

Η συνηγορία στις αλλαγές έχει τρεις αφετηρίες:

Πρώτον, την υπενθύμιση όχι μόνο του κόστους της αδράνειας, αλλά και του οφέλους της αναβάπτισης του ασφαλιστικού συστήματος. Το ασφαλιστικό όπως είναι σήμερα –και ασχέτως του ότι πολλοί έχουν μάθει να ζουν επενδύοντας στα προβλήματά του– δημιουργεί τέτοιο κόστος που αποτελεί εμπόδιο στη λειτουργία της οικονομίας αλλά και της κοινωνίας.

Δεύτερον, την εκτίμηση ότι η περίοδος στεγανότητας του ασφαλιστικού συστήματος έχει ημερομηνία λήξης περί τα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Αν το παράθυρο ευκαιρίας για τη λήψη ουσιαστικών μέτρων δεν αξιοποιηθεί, τότε, τα ασφαλιστικά αδιέξοδα θα δηλητηριάζουν ολοένα και περισσότερο άλλους τομείς πολιτικής. Θα έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, αδυναμία άρθρωσης κοινωνικής πολιτικής, αυξημένα δημοσιονομικά διλήμματα, την καθυστέρηση της ανάπτυξης.

Τρίτον, την πεποίθηση ότι μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα έχει μια πεπερασμένη δυνατότητα να χειρίζεται προβλήματα. Οσο ένα πρόβλημα παραμένει ανοιχτό, κοινωνικές εφεδρείες που θα μπορούσαν να διοχετευτούν με δημιουργικό αποτέλεσμα σε άλλους τομείς, παραμένουν αναξιοποίητες στο τέλμα του ασφαλιστικού.

Η προσέγγιση αυτή οδηγεί προς μια στρατηγική με σημείο εκκίνησης την ανάγκη οριστικής επίλυσης του ασφαλιστικού σε ορατό ορίζοντα. Η κεντρική αυτή επιλογή μεταφράζεται σε προσέγγιση δύο ταχυτήτων: Η πρώτη ταχύτητα εξετάζει μέτρα άμεσης εφαρμογής. Η δεύτερη μελετά, επεξεργάζεται και γενικά προετοιμάζει προτάσεις που θα δίδουν πειστικές απαντήσεις μακράς πνοής σε όποιον αγωνιά για το μέλλον της κοινωνίας.

* Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

Advertisements

Written by gr.mme.observer

20 Δεκεμβρίου 2009 στις 1:01 μμ

Αρέσει σε %d bloggers: