Ενιαίο Ταμείο στα ΜΜΕ

blog εκπρόσωπου της ΕΣΠΗΤ στο ΕΤΑΠ-ΜΜΕ

«Ακόμη και αν καταργηθούν οι συντάξεις [στην Ελλάδα], το ασφαλιστικό σύστημα θα παραμείνει ελλειμματικό»


inegsee2014oikonapasxolisiΝέα ελλείμματα στο Ασφαλιστικό σταδιακά από το 2016, έτος όπου κατά τις εκτιμήσεις τα Ταμεία θα χρειασθούν 950 εκατ. ευρώ επιπλέον, προβλέπει η , η έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση, μετά από μια κρίση σχεδόν 8 ετών και την απώλεια εισοδημάτων άνω των 45 δισ. ευρώ και σχεδόν ενός εκατ. θέσεων εργασίας.

Η έκθεση μιλά για σταδιακή κατάρρευση των αποθεματικών του ασφαλιστικού συστήματος (ΣΚΑ), με οριακό έτος το 2016, αλλά και κορύφωση του δημογραφικού προβλήματος της Ελλάδας από το 2044, οπότε -με βάση τη σημερινή τάση στην αναλογία γεννήσεων/θανάτων- αναμένεται να σταματήσει η φυσική εξέλιξη του ελληνικού πληθυσμού. Παράλληλα, προβλέπει μακρά περίοδο στασιμότητας για την ελληνική οικονομία με υψηλή ανεργία.

Στην παρουσίαση της έκθεσης, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Σάββας Ρομπόλης, τόνισε ότι αν δεν αλλάξει η ακολουθούμενη πολιτική «ακόμη και αν καταργηθούν οι συντάξεις, το σύστημα θα παραμείνει ελλειμματικό, αν δεν ληφθούν μια σειρά από μέτρα, όπως το σταμάτημα της λιτότητας, η αύξηση των μισθών, η τόνωση της εγχώριας ζήτησης μέσω και της μείωσης των τιμών των προϊόντων, η στροφή των ελληνικών επιχειρήσεων στην εξυπηρέτηση και της εξωτερικής ζήτησης και, μακροπρόθεσμα η βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, μέσω της επένδυσης στην τεχνολογική και παραγωγική ανασυγκρότηση».

Πρόσθεσε ακόμη ότι είναι πλέον αναγκαία η δημιουργία νέου πλαισίου χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού συστήματος με την ανεύρεση νέων πόρων εκτός κρατικού προϋπολογισμού, καθώς για να πληρωθούν οι συντάξεις το 2016, το Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΣΚΑ) θα πρέπει, εκτός από τις εισφορές και την κρατική χρηματοδότηση, να βρει πρόσθετους πόρους ύψους 950 εκατ. ευρώ, οι οποίοι αυξάνονται σε 1,4 δισ. ευρώ για το 2017 και 2,5 δισ. για το 2018.

Τα πράγματα «σκουραίνουν» περαιτέρω μετά το 2023, καθώς στην περίοδο που ξεκινά το συγκεκριμένο έτος και ολοκληρώνεται το 2028 αναμένεται να συνταξιοδοτηθούν περίπου 380.000 από τη γενιά των γεννηθέντων μεταξύ 1946 και αρχών της δεκαετίας του ’60, που θα προστεθούν στα 3 εκατ. συνταξιούχων. «Για να πάρουν σύνταξη άλλα 380.000 άτομα, το ΣΚΑ θα χρειαστεί το 2023 πρόσθετους πόρους 3,8 δισ. και το 2028 περί τα 6,5 δισ. ευρώ», επισήμανε ο κ. Ρομπόλης, προσθέτοντας ότι όλα τα μέτρα που ελήφθησαν τα τελευταία χρόνια για το Ασφαλιστικό κατόρθωσαν να μεταθέσουν το έτος της κρίσης κατά μόλις 24 μήνες (από το 2014 στο 2016), αφού η αύξηση της ανασφάλιστης και αδήλωτης εργασίας και η αδυναμία πληρωμής των ασφαλιστικών εισφορών ασκούν μεγάλες πιέσεις στις αντοχές του συστήματος.

Οι αριθμοί «δεν βγαίνουν» ούτε με ενιαίο Ταμείο για όλους

«Το ζήτημα δεν είναι αν θα είναι ένα ή τρία τα ταμεία, αλλά πώς θα είναι οργανωμένα και τι παροχές θα δίνουν» δήλωσε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος ερωτηθείς για την κυβερνητική πρόθεση να συγχωνευθούν τα Ταμεία σε ένα.

Από την πλευρά του, ο κ. Ρομπόλης επισήμανε ότι τα αποθεματικά των ταμείων είναι οριακά και ανέρχονται σε μόλις 4,5 δισ. ευρώ (το ποσόν που αντιστοιχεί σε συντάξεις δύο μηνών). Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση φαίνεται να πηγαίνει πράγματι σε ένα ταμείο «κι αυτό θα οδηγήσει σε μείωση συντάξεων όλων των ταμείων που έχουν εσωτερικές διαφορές, με την ελπίδα να εξασφαλιστεί η ενίσχυση του συρρικνωμένου αποθεματικού τους. Ούτε αυτό, όμως, θα είναι αρκετό για να ανταποκριθεί το ασφαλιστικό σύστημα στις υποχρεώσεις του».

Μείωση εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών κατά 41 δισ. ευρώ

Αναφορικά με το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών που προέρχεται από εργασία (δηλαδή οι αποδοχές μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων), τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι μειώθηκε από το 2010 έως το 2013 κατά 41 δισ. ευρώ και έως το τέλος του 2014 θα μειωθούν επιπλέον κατά 2 δισ. ευρώ οδηγώντας την εγχώρια ζήτηση (που θεωρείται κινητήρια δύναμη για την οικονομία και την παραγωγή) στα επίπεδα του 1990 (-32,4% από το 2009).

Μετά τα 5 έτη της εσωτερικής υποτίμησης το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ διαπιστώνει, μεταξύ των άλλων, ότι το ΑΕΠ σωρευτικά (στην εξαετία 2008 – 2014) θα είναι μειωμένο κατά 23,2% και ως αγοραστική δύναμη (ΑΕΠ ανά κάτοικο σε σταθερές τιμές) θα βρίσκεται στα επίπεδα του 2000.

Το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα θα είναι, συνολικά, μικρότερο κατά 43 δισ. ευρώ ιδιαίτερα μετά τις μειώσεις που έγιναν στους μισθούς (-30 δισ. ευρώ, από 85 δισ. ευρώ το 2009 στα 56 δισ. ευρώ το 2014, προ φόρων). Οι μέσες πραγματικές αποδοχές από το 81% που ήταν το 2009 σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των 15 χωρών της Ε.Ε., θα βρεθούν στο 65% στο τέλος του 2014, ενώ η αγοραστική δύναμη του μέσου ακαθάριστου μισθού στην Ελλάδα, λόγω των μειώσεων, βρίσκεται στα επίπεδα που ήταν το 1995. Οι μέσες ετήσιες αποδοχές (ακαθάριστος μισθός + εισφορές εργοδότη) το 2014 είναι, ήδη, μικρότερες από αυτές της Σλοβενίας και της Κύπρου και ανέρχονται σε 21.930 ευρώ έναντι περίπου 35.000 ευρώ στην Ισπανία, 39.000 ευρώ στη Γερμανία, 49.000 ευρώ στη Γαλλία και 45.000 ευρώ στην Ιρλανδία.

Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος βρίσκεται, πλέον, στο χαμηλότερο επίπεδο μετά τις χώρες της Αν. Ευρώπης, αλλά, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης (στο -10% του καθαρού εγχώριου προϊόντος οι καθαρές επενδύσεις και στα επίπεδα του 1994 οι ακαθάριστες), οι εξαγωγές δεν παρουσιάζουν δυναμισμό, ενώ έχει πέσει και η παραγωγικότητα της εργασίας.

 

Η έκθεση

Όπως σημειώνεται στην παρουσίαση της έκθεσης, καταγράφονται οι κατευθύνσεις και οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, οι εξελίξεις των βασικών μεγεθών κατά την περίοδο 2013-2014 στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, (μισθοί, κόστος εργασίας, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, επενδύσεις, απασχόληση, ανεργία, πολιτικές απασχόλησης, δημοσιονομικές & οικονομικές εξελίξεις, εργασιακές σχέσεις), η γήρανση του πληθυσμού και η μακροχρόνια αναλογιστική βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης κατά την περίοδο 2013-2050 και η πορεία της εσωτερικής υποτίμησης και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.

Η Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την απασχόληση του έτους 2014 αναδεικνύει:

  • την κατανόηση του αδεξιόδου των ασκούμενων πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης, της λιτότητας, της διαδικασίας αποεπένδυσης, της ανεργίας, της μισθολογικής και παραγωγικής καθίζησης κλπ.
  • την αναγκαιότητα παράκαμψης αυτής της νεοφιλελεύθερης πορείας.
  • στο πλαίσιο: ενός νέου μείγματος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
  • και ενός νέου αναπτυξιακού υποδείγματος παραγωγικής-τεχνολογικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας.

Οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι και πολίτες αντιλαμβάνονται πολύ καλά ότι:

  • η Ευρώπη:

α) ή θα πρέπει να αλλάξει και να προσανατολισθεί οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά σε μία κατεύθυνση ευρωπαϊκή,

β) ή με τις βασικές αδυναμίες που αποκάλυψε η οικονομική και κοινωνική κρίση θα αποσταθεροποιηθεί περαιτέρω η διαδικασία ολοκλήρωσής της και θα εθνικοποιηθεί.

  • αυτό που συντελείται στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία αποτελεί το επεισόδιο, ενώ αυτό που συντελείται σε ολόκληρη την Ευρώπη αποτελεί το προοίμιο της κανονικότητας του επεισοδίου.
  • Κινητήρια δύναμη προς την κατεύθυνση οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης δεν αποτελεί μόνο η αναδιάρθρωση του χρέους ( 179,1% τουΑΕΠ-315 δις ευρώ 2014) αλλά και η εγκατάλειψη των πολιτικών λιτότητας και επενδυτικής, παραγωγικής και κοινωνικής οπισθοδρόμησης που εφαρμόζονται τα τελευταία πέντε χρόνια στα κράτη-μέλη της Μεσογειακής Ευρώπης και ηπιότερα στα κράτη-μέλη της βόρειας Ευρώπης με τις λεγόμενες πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής.

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν σε σταθερές τιμές, 2000-2015

201408inegsee01

Η σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά την εξαετία 2008-2013 ανήλθε σε 23,5% και κατά την επταετία 2008-2014 θα έχει ανέλθει σε 23,2%. Το άλμα πραγματικής σύγκλισης προς τον μέσο όρο της ΕΕ που είχε πραγματοποιηθεί κατά τα έτη 1995-2007, έχει ήδη ακυρωθεί και έχει μεταστραφεί σε πραγματική απόκλιση.

ΑΕΠ ανά κάτοικο και παραγωγικότητα της εργασίας (1990-2013 και πρόβλεψη 2014-2015)

201408inegsee02Το ΑΕΠ ανά κάτοικο θα παραμείνει κατά το 2014 στα επίπεδα του 2000. Η παραγωγικότητα της εργασίας είχε μειωθεί, στο τέλος του 2013, έναντι του 2008, κατά 4,8% και θα παραμείνει στο ίδιο σημείο έως το τέλος του 2014. Το βάρος της προσαρμογής που επιβλήθηκε από την μείωση του ΑΕΠ μεταφέρθηκε κατά τα 4/5 στην απασχόληση.

Μοναδιαίο κόστος εργασίας και τιμές εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών σε σταθερές τιμές, 2005-2013

201408inegsee03Η συνολική μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας θα ανέλθει για το σύνολο της περιόδου προσαρμογής (2009-2013) σε 16%. Με άλλα λόγια, η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας θα έχει μετατραπεί μόνο κατά το 1/5 σε μείωση των εγχώριων τιμών, δηλαδή σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας τιμής, ενώ κατά τα 4/5 τροφοδοτεί την αύξηση της κερδοφορίας.

Ιδιωτικές και συνολικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, σε σταθερές τιμές, ως ποσοστό του προϊόντος, 1990-2015

201408inegsee04Από το 2008 και μετά εμφανίζονται οι επιπτώσεις της κρίσης και της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης έτσι ώστε κατά το 2009-2013 η πτώση των επενδύσεων να είναι σημαντική, με τις καθαρές συνολικές επενδύσεις να μειώνονται στο -10% περίπου του καθαρού εγχώριου προϊόντος και η ελληνική οικονομία να βρίσκεται σε διαδικασία αποεπένδυσης.

Η εγχώρια ζήτηση σε τιμές 2005 έναντι 37 προηγμένων χωρών 1995-2015

201408inegsee05Tην πενταετία 2009-2013, η μείωση που παρουσίασε η εγχώρια ζήτηση στην Ελλάδα έναντι των 37 κυριότερων ανταγωνιστριών χωρών ανήλθε σε 32,4% επαναφέροντας τον σχετικό δείκτη σε επίπεδα χαμηλότερα από τα αντίστοιχα του 1990.

ΑΕΠ και αριθμός απασχολουμένων 1990-2014

201408inegsee06Το αποτέλεσμα των πολιτικών  απορρύθμισης και αποδιάθρωσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα σε συνδυασμό με την περιστολή της ζήτησης και της αγοραστικής δύναμης είναι η μείωση (2010-2013) του αριθμού των απασχολουμένων κατά 20% (930.000 άτομα), ως επακόλουθο της μείωσης του προϊόντος και αύξησης της ανεργίας στο 27,8% (1.342.299 άτομα, Α΄ τριμηνο 2014). Η πρόβλεψή μας για το 2020 είναι ότι το επίπεδο της ανεργίας θα διαμορφωθεί στο 22%-23% (1.150.000 άτομα), με ότι αυτό αρνητικά συνεπάγεται για μία χώρα σαν την Ελλάδα να διατηρεί επίπεδο ανεργίας επί μία δεκαετία μεγαλύτερο του 1.000.000 ατόμων.

Πραγματικές μέσες αποδοχές και ποσοστό ανεργίας 1995-2013

201408inegsee11Η αύξηση του ποσοστού ανεργίας κατά την περίοδο 2010-2013, σε συνδυασμό με την διοικητική μείωση των μισθών του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα και τις διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, έχει προκαλέσει μείωση του μέσου πραγματικού μισθού κατά 21% έναντι του 2009.

Μέσες αποδοχές εργαζομένων και παραγωγικότητα στην Ελλάδα % της ΕΕ-15

201408inegsee12Μέχρι το 2009 οι μέσες αποδοχές των εργαζο-μένων ανέρχονταν σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στο 81% των χωρών της ΕΕ-15. Κατά το 2010-2014 η ανοδική πορεία της σύγκλισης των αποδοχών έχει αντιστραφεί και ο δείκτης μειώθηκε στο 65%. Η απόκλιση των πραγματικών μισθών έχει αυξηθεί τόσο ώστε να είναι συγκρίσιμη με την αντίστοιχη απόκλιση της δεκαετίας του 1980.

Κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα σε σύγκριση με 37 προηγμένες χώρες 1995-2014

201408inegsee13Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα, για το σύνολο της οικονομίας, υπολογισμένο σε δολάρια μειώθηκε στη διάρκεια της περιόδου 2009-2013, κατά 20,0% ενώ η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας δέχτηκε πλήγμα κατατασσόμενη στην 57η θέση, μεταξύ 60 χωρών (2014) από την 54η θέση το 2013.

Ετήσιες αποδοχές ανά απασχολούμενο, 2014

201408inegsee14Οι ετήσιες αποδοχές στην Ελλάδα το 2014 ήταν μικρότερες από αυτές της Σλοβενίας και της Κύπρου. Ανέρχονταν σε 21.930 ευρώ έναντι περίπου 35.000 στην Ισπανία, 39.000 στην Γερμανία, 49.000 στην Γαλλία και 45.000 στην Ιρλανδία.

Σωρευτική μεταβολή κατώτατων πραγματικών μισθών στις χώρες της ΕΕ, 2010-2013

201408inegsee15H καθίζηση της αγοραστικής δύναμης (25 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τα επίπεδα του 1984) του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα, δεν επιδέχεται σύγκρισης με καμία άλλη περίπτωση χώρας της ΕΕ, δεδομένου ότι ο πραγματικός κατώτατος μισθός μειώθηκε κατά 25,9% και κατά 35,4% για τους νέους κάτω των 25 ετών.

201408inegsee16Παρά την σημαντική αύξηση του αριθμού των ανέργων κατά την περίοδο 2010-2014, ο αριθμός των επιδοτούμενων ανέργων μειώνεται εξίσου σημαντικά, ιδιαίτερα το τελευταίο έτος, με αποτέλεσμα οι επιδοτούμενοι άνεργοι να αντιστοιχούν από το 1/3 τον Ιανουάριο του 2010, στο 10,3% των ανέργων τον Απρίλιο του 2014 και στο 8,3% τον Ιούνιο του 2014.

Πραγματικές μέσες αποδοχές και ποσοστό ανεργίας 1995-2013:

  • Η ανεργία των νέων και των ηλικιωμένων αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα και εμφανίζει αυξητικές τάσεις στις περισσότερες χώρες, ενώ στις χώρες που εφαρμόζονται προγράμματα λιτότητας η αύξηση αυτή είναι εντυπωσιακή.
  • Οι πολιτικές απασχόλησης κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και ύφεσης επικεντρώθηκαν σε μέτρα ενίσχυσης της ευελιξίας, της μερικής και προσωρινής απασχόλησης, κλπ χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα στην καταπολέμηση της ανεργίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παρατηρούμενη οριακή αύξηση της απασχόλησης οφείλεται κατά 3/4 στη μείωση του εργατικού δυναμικού και κατά 1/4 στα προγράμματα επιδοτούμενης και προσωρινής απασχόλησης. Δεν οφείλεται στην δημιουργία νέων και σταθερών θέσεων εργασίας.
  • Οι δαπάνες για την απασχόληση και την κοινωνική προστασία των ανέργων, μειώθηκαν σε όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρά τις αυξημένες ανάγκες που προκλήθηκαν από την οικονομική κρίση και ύφεση.
  • Η παγκόσμια οικονομία δεν έχει κατορθώσει να ξεπεράσει οριστικά τα διαρθρωτικά προβλήματα που οδήγησαν στην οικονομική κρίση το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο παραμένει ασταθές.
  • Η ευρωπαϊκή οικονομία δεν έχει κατορθώσει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη και ισχυρή ανάκαμψη.
  • Το περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας παραμένει ασταθές και αβέβαιο.
  • Η οικονομική πολιτική στην Ελλάδα κατά το 2013-2016 και το 2015-2018 παραμένει στοχευμένη με προσήλωση στην μείωση των δημοσίων δαπανών και την αύξηση των εσόδων από τους μισθωτούς (μείωση των μισθών κατά 30 δις ευρώ, δηλαδή από 85 δις ευρώ το 2009 σε 56 δις ευρώ το 2014) και τους συνταξιούχους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση του δημοσιονομικού ελλείμματος.

Οι νομοθετικές παρεμβάσεις στο πεδίο της εθνικής εργατικής νομοθεσίας χαρακτηρίζονται από την στρατηγική:

  • ενίσχυσης της ευελιξίας της εργασίας, απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και μετασχηματισμού του κοινωνικού κράτους σε κράτος φιλανθρωπίας.
  • στην Ελλάδα οι νομοθετικές παρεμβάσεις των Μνημονίων έχουν καθιερώσει σε μεγάλο βαθμό την ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία, την ευελιξία της απασχόλησης καθώς και το χαμηλό κόστος προσλήψεων και αντικαταστάσεων ή αποχωρήσεων ή απολύσεων μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων. Έτσι η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία υπερβαίνει (2013) το 31% από 25% το 2010. Οι ευέλικτες μορφές απασχόλησης αντιστοιχούν στο 46% των νέων συμβάσεων εργασίας (2009-2013) και η ανεργία των ηλικιωμένων (45-64 ετών) προσέγγισε το 2013 το 20,3% (359.000 άτομα).
  • για τους νέους αποτελεί συγκοινωνούν δοχείο με την ανεργία.
  • Αποτελεί μία «ρευστή εργασιακή συνθήκη» δηλαδή μία συνεχής κατάσταση «εντός και εκτός» της αγοράς εργασίας.
  • Διαπερνά, επηρεάζει και τελικά καθορίζει τις διαστάσεις και τις κοινωνικέ και πολιτικές συμπεριφορές της ζωής του εργαζομένου.

Συμπερασματικά η ελληνική οικονομία μετά πέντε έτη υλοποίησης της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης:

  • έχει καθηλωθεί σε χαμηλό επίπεδο παραγωγής, επενδύσεων, μισθών, κοινωνικών δαπανών, εγχώριας ζήτησης, παραγωγικότητας της εργασίας, αγοραστικής δύναμης και υψηλού επιπέδου ανεργίας, φορολόγησης των εισοδημάτων και του δημόσιου χρέους, και,
  • έχουν «φυλακιστεί» οι ενδογενείς δυνάμεις του παραγωγικού συστήματος οι οποίες θα μπορούσαν σε συνθήκες εκτός του νεο-φιλελεύθερου υποδείγματος να οδηγήσουν σε ανάκαμψη της παραγωγής και της απασχόλησης.

Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται είναι:

  • με ποιους όρους η ελληνική οικονομία μπορεί να τεθεί σε μία πορεία μετα-νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, δηλαδή της ανάπτυξης της απασχόλησης και της επιμεριζόμενης ευημερίας.
  • πρώτον, σε βραχυχρόνια διάρκεια εφόσον ανακοπεί η λιτότητα, μειωθούν οι τιμές των εγχώριων προϊόντων, αυξηθούν οι μισθοί με την επιστροφή στις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και αξιοποιηθεί η συνολική ζήτηση (εγχώρια και εξωτερική), η οποία θα θέσει σε λειτουργία το αχρησιμοποίητο δυναμικό της χώρας, αυξήσει την παραγωγή, θα ενισχύσει την ρευστότητα των επιχειρήσεων και της οικονομίας και θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. Σε αντίθετη περίπτωση η ελληνική οικονομία θα διέλθει μακρά περίοδο στασιμότητας.
  • δεύτερον, σε μεσο-μακροχρόνια διάρκεια εφόσον βελτιωθεί με ένα επενδυτικό πρόγραμμα τεχνολογικής – παραγωγικής ανασυγκρότησης η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Πιο συγκεκριμένα απαιτείται:

  • άμεση σύζευξη της δημόσιας επενδυτικής δραστηριότητας με τις αναπτυξιακές, περιβαλλοντολογικές, κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας.
  • βραχυ-μεσοπρόθεσμη αύξηση της απασχόλησης με την δημιουργία των αναγκαίων συνθηκών παραγωγής διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών, με την μετατροπή της μείωσης του μοναδιαίου κόστους εργασίας σε μείωση των τιμών (15%)των εξαγωγών. Έτσι οι επιδόσεις του εξαγωγικού τομέα θα επιτρέψουν την μεγέθυνση του ΑΕΠ χωρίς την δημιουργία ενός ανεπιθύμητου εξωτερικού ελλείμματος.
  • μεταμόρφωση και ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης (clusters) που μονοκαλλιεργείται από τις υπηρεσίες και τουρισμό, με την επιλογή ηγετικών κλάδων [ενέργεια, υδρογονάνθρακες, πρωτογενής τομέας, τράπεζες, τρόφιμα-ποτά, δομικά και μεταλλικά υλικά, τουρισμός (δακτύλιος μεταποιητικών επιχειρήσεων και υπηρεσιών που ικανοποιούν την τουριστική ζήτηση), καινοτομία-τεχνολογία, κοινωνική οικονομία, φαρμακοβιομηχανία], παράλληλα με την δημιουργία δικτύων και συνεργιών μεταξύ των τομέων και των συμπληρωματικών κλάδων παραγωγής σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

 

Advertisements

Written by gr.mme.observer

5 Σεπτεμβρίου 2014 στις 2:00 μμ

Αναρτήθηκε στις ασφάλιση

Tagged with ,

Αρέσει σε %d bloggers: